εργασμένος

εργασμένος
η , ο сделанный; обработанный;

δεν είναι καλά εργασμένο αυτό το φόρεμα — это платье плохо сшито


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "εργασμένος" в других словарях:

  • ἐργασμένος — ἐργάζομαι work perf part mp masc nom sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καμωτός — ή, ό [κάνω] 1. εργασμένος, φτιαχτός, καμωμένος 2. αυτός που δεν υπάρχει εκ φύσεως, χειροποίητος …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»